Θυμάται ο Μανώλης Χριστουλάκης.
Μερικοί θα το χαρακτηρίσουνε επιπολαιότητα, απερισκεψία, ακρισία, ελαφρότητα, άγνοια κινδύνων, αποκοτιά. Κανείς όμως δεν θα έχει δίκιο αφού δεν το’χει δοκιμάσει, δεν έχει την προσωπική πείρα, δεν το ’χει ζήσει. Έτσι τα συμπεράσματά του θα είναι λάθος.
Ο φόβος είναι έμφυτος και θα ήταν εξωπραγματικός όποιος θα τολμούσε να χαρακτηρίσει τον εαυτό του άφοβο, ατρόμητο. Ο άνθρωπος σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις αναζητά την παρουσία ενός συντρόφου. Αυτό δυναμώνει το αίσθημα της ασφάλειας και εξασφαλίζει σε δεδομένη στιγμή την βεβαιότητα παροχής βοήθειας.
Θα μπορούσε κανείς να δεχθεί ότι αυτό ισχύει ως κανόνας με πλήθος όμως εξαιρέσεων. Φοβίζει, πανικοβάλλει, τρομοκρατεί, ακόμη και η σκέψη, ότι μπορείς να βρεθείς μεσοπέλαγα, αρμενίζοντας μονάχος, μ’ένα μικρό σκάφος. Σε διαβεβαιώ όμως, φίλε αναγνώστη, ότι τρομοκρατήθηκα πιο πολύ όταν κάποτε βρέθηκα με ένα αυτοκίνητο, που έπαθε βλάβη και ακινητοποιήθηκε στη μέση μιας στέπας, που χωρίζει την Μαριούπολη από την Οδησσό. Τετρακόσια χιλιόμετρα από την πόλη που έφυγα και τριακόσια χιλιόμετρα από την πόλη του προορισμού μου. Ένας απέραντος κάμπος χωρίς αρχή και δίχως τέλος απλωνότανε γύρω μου η στέπα, επίπεδος, άκαμπτος, αλύγιστος, χωρίς ίχνος ψυχής, χωρίς πουλί πετάμενο, χωρίς ένα κλαρί. Μου πλάκωνε την ψυχή, μου σφιγγότανε η καρδιά, που πετάριζε άτακτα από τον φόβο. Ήτανε η τέλεια ερημιά, το χάος.






